Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Largess
01
γενναιοδωρία, φιλοδωρία
the quality of being generous, especially in giving gifts, money, or assistance to others
Παραδείγματα
The community center relied on the largess of local businesses and individuals to fund its programs and services for underprivileged families.
Το κοινοτικό κέντρο βασίστηκε στην γενναιοδωρία των τοπικών επιχειρήσεων και ατόμων για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων και υπηρεσιών του για οικογένειες με οικονομικές δυσκολίες.
02
γενναιοδωρία, δώρο
a sum of money or gift given freely, often as a token of generosity
Παραδείγματα
The charity relied on the largess of its supporters.
Η φιλανθρωπική οργάνωση βασίστηκε στην γενναιοδωρία των υποστηρικτών της.



























