Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Largo
01
λάργκο, μουσικό κομμάτι που εκτελείται σε πολύ αργό ρυθμό και με σοβαρό τρόπο
a musical piece that is intended to be performed at a very slow tempo and in a serious manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
largos
largo
01
αργά και ευρέως
slowly and broadly
γραμματικές πληροφορίες
largo
01
αργό και ευρύ
very slow in tempo and broad in manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
largest
συγκριτικός βαθμός
larger
διαβαθμίσιμο



























