largo
lar
ˈlɑ:
laa
go
gəʊ
gew
lardo

Ορισμός και σημασία του "largo"στα αγγλικά

01

λάργκο, μουσικό κομμάτι που εκτελείται σε πολύ αργό ρυθμό και με σοβαρό τρόπο

a musical piece that is intended to be performed at a very slow tempo and in a serious manner 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
largos
01

αργά και ευρέως

slowly and broadly 
γραμματικές πληροφορίες
01

αργό και ευρύ

very slow in tempo and broad in manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
largest
συγκριτικός βαθμός
larger
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store