arrears
a
ə
ē
rrears
ˈrɪəz
riez
cheersreverstangiersteres

Ορισμός και σημασία του "arrears"στα αγγλικά

01

καθυστερήσεις, εκκρεμές χρέος

money that is owed and not yet paid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arrears
Παραδείγματα
He finally paid off his arrears from the last six months. 

Τελικά εξόφλησε τις οφειλές του των τελευταίων έξι μηνών.

02

καθυστερήσεις, εκκρεμή οφειλές

the condition of being behind on required payments 
Παραδείγματα
The family fell into arrears after both parents lost their jobs. 

Η οικογένεια έπεσε σε καθυστέρηση αφού και οι δύο γονείς έχασαν τη δουλειά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store