arrears
a
ɜ
ερ
rrears
ˈrɪrz
ριρζ
/ɐɹˈi‍əz/

Ορισμός και σημασία του "arrears"στα αγγλικά

01

καθυστερήσεις, εκκρεμές χρέος

money that is owed and not yet paid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arrears
Παραδείγματα
The company settled its arrears to avoid penalties.
Η εταιρεία εξόφλησε τις οφειλές της για να αποφύγει κυρώσεις.
02

καθυστερήσεις, εκκρεμή οφειλές

the condition of being behind on required payments
Παραδείγματα
Students in arrears on tuition fees were barred from registering for classes.
Οι φοιτητές με οφειλές στα δίδακτρα απαγορεύτηκαν να εγγραφούν σε μαθήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store