lapel
la
λα
pel
ˈpɛl
πελ
/lɐpˈɛl/

Ορισμός και σημασία του "lapel"στα αγγλικά

01

περιστροφή, πτερύγιο

a folded flap of fabric on the front of a jacket or coat that extends from the collar to the chest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lapels
Παραδείγματα
He noticed the lapel was slightly wrinkled after sitting for a while.
Παρατήρησε ότι το πτερύγιο ήταν ελαφρώς τσαλακωμένο αφού καθόταν για λίγο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store