lapel
la
pel
ˈpɛl
pel
label

Ορισμός και σημασία του "lapel"στα αγγλικά

01

περιστροφή, πτερύγιο

a folded flap of fabric on the front of a jacket or coat that extends from the collar to the chest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lapels
Παραδείγματα
He wore a flower on his lapel for the wedding. 

Φορούσε ένα λουλούδι στο πτερύγιο του για το γάμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store