Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lapdog
01
σκυλάκι αγκαλιάς, μικρό κατοικίδιο σκυλί
a small pet dog that can be held in the lap
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lapdogs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lapdog
lap
dog



























