Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laparotomy
01
λαπαροτομή, χειρουργική επέμβαση στην κοιλιά
a surgical procedure that involves making a larger cut in the abdomen to access and treat internal organs or address certain medical conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laparotomies
Παραδείγματα
The surgeon discussed the risks and benefits of laparotomy before the procedure.
Ο χειρουργός συζήτησε τους κινδύνους και τα οφέλη της λαπαροτομής πριν από τη διαδικασία.



























