Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lap up
01
γλείφω με ενθουσιασμό, πίνω με λαίμαργα
to consume a liquid or soft substance with enthusiasm, often using the tongue, as in the manner of an animal drinking or eating
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lap
ενεστώτας
lap up
γ΄ ενικό πρόσωπο
laps up
ενεστώτα μετοχή
lapping up
απλός αόριστος
lapped up
παθητική μετοχή
lapped up
Παραδείγματα
The kitten eagerly lapped up the bowl of milk, enjoying every drop with enthusiasm.
Το γατάκι έλειξε με ενθουσιασμό το μπολ με το γάλα, απολαμβάνοντας κάθε σταγόνα με ενθουσιασμό.



























