Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
languid
01
νωθρός, αδύναμος
weak from or as if from exhaustion
Παραδείγματα
The cat stretched in a languid manner before settling back into its nap.
Η γάτα τεντώθηκε με νωθρή διάθεση πριν ξαναπιάσει τον ύπνο της.
02
νωθρός, αργός
moving in a slow, effortless, and attractive manner
Παραδείγματα
The heat of the afternoon made everyone move in a languid, unhurried manner.
Η ζέστη του απόγευματος έκανε όλους να κινούνται με νωθρό και ανέμελο τρόπο.
Λεξικό Δέντρο
languidly
languid



























