Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
languid
01
νωθρός, αδύναμος
weak from or as if from exhaustion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most languid
συγκριτικός βαθμός
more languid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heat made everyone feel languid and slow.
Η ζέστη έκανε όλους να νιώθουν χαλαροί και αργοί.
02
νωθρός, αργός
moving in a slow, effortless, and attractive manner
Παραδείγματα
She walked with a languid grace, turning heads wherever she went.
Περπατούσε με μια νωθρή χάρη, τραβώντας τα βλέμματα όπου κι αν πήγαινε.
Λεξικό Δέντρο
languidly
languid



























