Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laissez faire
01
λασεζ φερ
the doctrine that government should not interfere in commercial affairs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific



























