Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lade
01
φορτώνω, εμβαρκώνω
to load or put cargo on board a ship
Transitive: to lade a cargo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lade
γ΄ ενικό πρόσωπο
lades
ενεστώτα μετοχή
lading
απλός αόριστος
laded
παθητική μετοχή
laded
Παραδείγματα
Livestock carriers are equipped to lade animals safely.
Οι μεταφορείς ζώων είναι εξοπλισμένοι για να φορτώνουν ζώα με ασφάλεια.
02
χύνω, σερβίρω
to transfer or serve a liquid, usually a soup or stew, using a ladle
Transitive: to lade a liquid into a container | to lade a liquid onto a container
Παραδείγματα
The server laded the aromatic curry onto the rice.
Ο διακομιστής έριξε το αρωματικό κάρυ πάνω στο ρύζι.
Λεξικό Δέντρο
unlade
lade



























