Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lad
01
αγόρι, νεαρός
a young man or boy
Dialect
British
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lads
Παραδείγματα
That lad over there is my cousin.
Αυτός ο νεαρός εκεί είναι ο ξάδερφός μου.
02
αγόρι, νεαρός
a male child (a familiar term of address to a boy)
Λεξικό Δέντρο
laddish
lad



























