Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lack
01
λείπω, έχω έλλειψη
to be without or to not have enough of something that is needed or desirable
Transitive: to lack a quality or resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
lack
γ΄ ενικό πρόσωπο
lacks
ενεστώτα μετοχή
lacking
απλός αόριστος
lacked
παθητική μετοχή
lacked
Παραδείγματα
She failed to complete the project on time because she lacked the necessary resources.
Απέτυχε να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως επειδή έλειπαν οι απαραίτητοι πόροι.
Lack
01
έλλειψη, απουσία
the absence or insufficiency of something, often implying a deficiency or shortage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lacks
Παραδείγματα
The lack of rainfall this year has affected crop production.
Η έλλειψη βροχόπτωσης φέτος έχει επηρεάσει την παραγωγή των καλλιεργειών.
Λεξικό Δέντρο
lacking
lack



























