laced
laced
leɪst
leist
hastepastebasedcased

Ορισμός και σημασία του "laced"στα αγγλικά

01

δεμένος, κλωσσοδεμένος

closed with a lace 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laced
συγκριτικός βαθμός
more laced
διαβαθμίσιμο
02

πλαισιωμένος, γραμμωτός

edged or streaked with color 
03

στολισμένος, καλά ντυμένος

wearing stylish sneakers or being well-dressed 
αργκό
Παραδείγματα
You stay laced in those fresh kicks. 

Μένεις δεμένος σε αυτά τα φρέσκα αθλητικά παπούτσια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store