Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arranged
01
οργανωμένος, σχεδιασμένος
organized or planned in a particular way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arranged
συγκριτικός βαθμός
more arranged
διαβαθμίσιμο
02
τακτοποιημένος, οργανωμένος
deliberately arranged for effect
03
οργανωμένος, σχεδιασμένος
planned in advance
Λεξικό Δέντρο
disarranged
arranged
arrange



























