Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knowledge
01
γνώση, επίγνωση
an understanding of or information about a subject after studying and experiencing it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His knowledge of history allowed him to provide insightful explanations during the discussion.
Η γνώση του για την ιστορία του επέτρεψε να δώσει ενδελεχείς εξηγήσεις κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
knowledgeable
knowledge
know



























