Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to arraign
01
κατηγορώ, δικάζω
to formally request someone’s presence in court to answer for a serious crime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
arraign
γ΄ ενικό πρόσωπο
arraigns
ενεστώτα μετοχή
arraigning
απλός αόριστος
arraigned
παθητική μετοχή
arraigned
Παραδείγματα
Authorities arraigned the defendant in front of the judge early this morning.
Οι αρχές κατηγόρησαν τον κατηγορούμενο μπροστά στον δικαστή νωρίς το πρωί.
Λεξικό Δέντρο
arraignment
arraign



























