Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arousal
01
ξύπνημα, διέγερση
the act of arousing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
προκαταρκτικά, αμοιβαία σεξουαλική διέγερση
mutual sexual fondling prior to sexual intercourse
03
ξύπνημα, ενεργοποίηση
the process of waking up or becoming active and alert, often influenced by environmental stimuli or internal biological rhythms
Παραδείγματα
The bird's arousal at dawn was triggered by the first light of day.
Ο εξωθορμητισμός του πουλιού την αυγή προκλήθηκε από το πρώτο φως της ημέρας.
04
διέγερση, ενεργοποίηση
a state of heightened physiological activity



























