arousal
a
ə
ē
rou
ˈraʊ
raw
sal
zəl
zēl
spousalmenopausal

Ορισμός και σημασία του "arousal"στα αγγλικά

01

ξύπνημα, διέγερση

the act of arousing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

προκαταρκτικά, αμοιβαία σεξουαλική διέγερση

mutual sexual fondling prior to sexual intercourse 
03

ξύπνημα, ενεργοποίηση

the process of waking up or becoming active and alert, often influenced by environmental stimuli or internal biological rhythms 
Παραδείγματα
The bird's arousal at dawn was triggered by the first light of day. 

Ο εξωθορμητισμός του πουλιού την αυγή προκλήθηκε από το πρώτο φως της ημέρας.

04

διέγερση, ενεργοποίηση

a state of heightened physiological activity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store