Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kneel
01
γονατίζω
to support the weight of the body on a knee or both knees
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
kneel
γ΄ ενικό πρόσωπο
kneels
ενεστώτα μετοχή
kneeling
απλός αόριστος
knelt
παθητική μετοχή
knelt
Παραδείγματα
In prayer, the congregation was instructed to kneel and seek solace in their faith.
Στην προσευχή, η συγκέντρωση εντολή να γονατίσει και να αναζητήσει παρηγοριά στην πίστη τους.
Kneel
01
γονατισμός, θέση στα γόνατα
the act or position of supporting oneself on the knees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kneels
Παραδείγματα
He dropped to a kneel to tie his shoe.
Έπεσε στα γόνατα για να δέσει το παπούτσι του.
Λεξικό Δέντρο
kneeler
kneeling
kneel



























