Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knead
01
ζυμώνω, μαλακώνω
to form and press dough or wet clay with the hands
Transitive: to knead dough or clay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knead
γ΄ ενικό πρόσωπο
kneads
ενεστώτα μετοχή
kneading
απλός αόριστος
kneaded
παθητική μετοχή
kneaded
Παραδείγματα
The baker had to knead the bread dough to develop its elasticity.
Ο φούρναρης έπρεπε να ζυμώσει τη ζύμη του ψωμιού για να αναπτύξει την ελαστικότητά της.
02
ζυμώνω, μασάω
to press, rub, and manipulate muscles to improve circulation and alleviate tension
Transitive: to knead muscles
Παραδείγματα
The massage therapist gently kneaded the client's back muscles to release tension and promote relaxation.
Ο θεραπευτής μασάζ ζύμωσε απαλά τους μύες της πλάτης του πελάτη για να απελευθερώσει την ένταση και να προωθήσει την χαλάρωση.



























