knave
knave
neɪv
νειβ
knawe

Ορισμός και σημασία του "knave"στα αγγλικά

01

βαλές, ο βαλές

the card in a set of card games with a picture of a young man printed on it, which is typically the lowest-ranking face card 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
knaves
Παραδείγματα
I strategically discarded the knave to force my opponent to waste a higher card. 

Απορρίφθηκε στρατηγικά ο βαλές για να αναγκάσει τον αντίπαλό μου να σπαταλήσει ένα υψηλότερο φύλλο.

02

παλιάνθρωπος, απατεώνας

a deceitful man 
Παραδείγματα
The knave's smooth-talking demeanor fooled everyone into trusting him. 

Η ομαλή συμπεριφορά του παλιάνθρωπου εξαπάτησε όλους να τον εμπιστευτούν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

knavery
knavish
knave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store