kipper
ki
ˈkɪ
ki
pper
nippertipperdipperripper

Ορισμός και σημασία του "kipper"στα αγγλικά

01

παστός και καπνιστός ρέγγας, kipper

a type of fish called herring which is salted and then smoked 
kipper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kippers
Παραδείγματα
I prepared a simple yet delicious dinner by pan-frying kippers with a squeeze of lemon juice. 

Ετοίμασα ένα απλό αλλά νόστιμο δείπνο τηγανίζοντας καπνιστή ρέγγα με μια πίπα χυμό λεμονιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store