kiosk
kiosk
ki:ɒsk
kiosk

Ορισμός και σημασία του "kiosk"στα αγγλικά

01

περίπτερο, κιόσκι

a small store with an open front selling newspapers, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kiosks
Παραδείγματα
She bought a magazine from the kiosk at the train station before boarding her train. 

Αγόρασε ένα περιοδικό από το περίπτερο στο σιδηροδρομικό σταθμό πριν επιβιβαστεί στο τρένο της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store