Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kindness
01
καλοσύνη, ευγένεια
an action that is caring, kind, or helpful
Παραδείγματα
He was overwhelmed by the kindness of strangers who helped him after his car broke down on the highway.
Ήταν συγκλονισμένος από την καλοσύνη των αγνώστων που τον βοήθησαν αφού το αυτοκίνητό του έσπασε στον αυτοκινητόδρομο.
Παραδείγματα
The teacher 's kindness towards her students created a supportive and nurturing learning environment.
Η καλοσύνη της δασκάλας απέναντι στους μαθητές της δημιούργησε ένα υποστηρικτικό και θρεπτικό περιβάλλον μάθησης.
03
καλοσύνη, ευγένεια
tendency to be kind and forgiving
Λεξικό Δέντρο
unkindness
kindness
kind



























