Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kindergarten
01
νηπιαγωγείο, παιδικός σταθμός
a class or school that prepares four-year-old to six-year-old children for elementary school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kindergartens
Παραδείγματα
Kindergarten is often a child's first formal introduction to a structured learning environment, where they begin to develop essential social and academic skills.
Το νηπιαγωγείο είναι συχνά η πρώτη επίσημη εισαγωγή ενός παιδιού σε ένα δομημένο περιβάλλον μάθησης, όπου αρχίζει να αναπτύσσει βασικές κοινωνικές και ακαδημαϊκές δεξιότητες.



























