Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kick back
[phrase form: kick]
01
αναπηδώσει προς τα πίσω, εκσφενδονίζεται προς τα πίσω
to suddenly move backward due to a strong impact or force
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick back
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks back
ενεστώτα μετοχή
kicking back
απλός αόριστος
kicked back
παθητική μετοχή
kicked back
Παραδείγματα
The powerful recoil of the shotgun caused it to kick back, surprising the shooter.
Η ισχυρή ανάκρουση του όπλου προκάλεσε μια απότομη ανάκρουση, εκπλήσσοντας τον σκοπευτή.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to unwind and relax, often by engaging in leisure activities or resting
Intransitive
Παραδείγματα
The beach is the perfect place to kick back and soak up the sun.
Η παραλία είναι το ιδανικό μέρος για χαλάρωση και απόλαυση του ήλιου.
03
δωροδοκώ, δίνω kickback
to make an illegal or unethical payment, typically in exchange for favors, services, or influence
Transitive: to kick back a sum of money
Παραδείγματα
The police are investigating a case where a high-ranking executive allegedly kicked a significant amount back to secure a favorable legal outcome.
Η αστυνομία διερευνά μια υπόθεση στην οποία ένας ανώτερος στέλεχος φέρεται να έδωσε σημαντικό δωροδοκία για να εξασφαλίσει μια ευνοϊκή νομική έκβαση.



























