Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kick around
01
συζητώ ανεπίσημα, εξετάζω με χαλαρό τρόπο
to discuss or consider something in an informal and casual manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick around
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks around
ενεστώτα μετοχή
kicking around
απλός αόριστος
kicked around
παθητική μετοχή
kicked around
Παραδείγματα
We've been kicking around the idea of a road trip this summer.
Συζητούσαμε την ιδέα ενός road trip αυτό το καλοκαίρι.
02
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
to travel from one location to another location without a specific purpose or plan
Παραδείγματα
After college, she and her friends decided to kick around South America for a few months.
Μετά το κολέγιο, αυτή και οι φίλοι της αποφάσισαν να ταξιδέψουν στη Νότια Αμερική για μερικούς μήνες.
03
κακομεταχειρίζομαι, καταχρώμαι
to subject someone to rough or unfair treatment
Παραδείγματα
It's not right to let your friends kick you around like that.
Δεν είναι σωστό να αφήνεις τους φίλους σου να σε κακοποιούν έτσι.
04
περιφέρομαι, είναι διάσπαρτο
to be present but not actively used, often in a disorganized or casual manner
Παραδείγματα
I found some coins kicking around at the bottom of my bag.
Βρήκα μερικά νομίσματα σκαρωμένα στον πάτο της τσάντας μου.



























