keycard
key
ˈki:
κι
card
kɑ:d
καντ

Ορισμός και σημασία του "keycard"στα αγγλικά

01

κάρτα κλειδί, μαγνητική κάρτα

a plastic card that works magnetically and is used instead of a typical door key 
keycard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
keycards

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

keycard

key

+

card

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store