Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Keycard
01
κάρτα κλειδί, μαγνητική κάρτα
a plastic card that works magnetically and is used instead of a typical door key
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keycards
Λεξικό Δέντρο
keycard
key
card



























