ketone
ke
ˈki:
ki
tone
təʊn
tewn
ketose

Ορισμός και σημασία του "ketone"στα αγγλικά

01

κετόνη, καρβονυλική ένωση

an organic compound with a carbonyl group (C=O) bonded to two carbon atoms, commonly found in solvents, pharmaceuticals, and flavorings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ketones
Παραδείγματα
Acetone is a common ketone widely used as a solvent and nail polish remover. 

Η ακετόνη είναι μια κοινή κετόνη που χρησιμοποιείται ευρέως ως διαλύτης και αφαιρετικό βερνικιών νυχιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store