Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ketogenic
01
κετογονικός, σχετικός με την κέτωση
relating to or characteristic of a metabolic state known as ketosis, where the body produces ketone bodies as an alternative energy source
Παραδείγματα
Following a ketogenic diet may lead to rapid weight loss due to the body's reliance on stored fat for fuel.
Η παρακολούθηση μιας κετογονικής διατροφής μπορεί να οδηγήσει σε γρήγορη απώλεια βάρους λόγω της εξάρτησης του σώματος από τα αποθηκευμένα λίπη ως καύσιμο.



























