kestrel
kest
ˈkɛst
κεστ
rel
rəl
ραλ
/kˈɛstɹə‍l/

Ορισμός και σημασία του "kestrel"στα αγγλικά

01

κιρκινέζι, μικρό αρπακτικό πτηνό

a small bird of prey of the falcon family that hovers mid-air while searching for food
kestrel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kestrels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store