Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Junk
01
σκουπίδια, αχρήστες
things that are considered useless, worthless, or of little value, often discarded or thrown away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
junks
Παραδείγματα
He cleaned out the garage and found old junk that he hadn’t used in years.
Καθάρισε το γκαράζ και βρήκε παλιά σκουπίδια που δεν είχε χρησιμοποιήσει για χρόνια.
02
τζόνκα, κινέζικο ιστιοφόρο
any of various Chinese boats with a high poop and lugsails
to junk
01
πετώ, ξεφορτώνομαι
to get rid of something no longer useful or valuable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
junk
γ΄ ενικό πρόσωπο
junks
ενεστώτα μετοχή
junking
απλός αόριστος
junked
παθητική μετοχή
junked
Παραδείγματα
He junked his broken laptop after years of use.
Πέταξε το σπασμένο laptop του μετά από χρόνια χρήσης.



























