to jumble
Pronunciation
/ˈdʒəmbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "jumble"στα αγγλικά

to jumble
01

ανακατεύω, μπερδεύω

to mix things in a random or disorganized manner
Transitive: to jumble multiple objects
to jumble definition and meaning
Παραδείγματα
The student hastily jumbled the flashcards while studying for the exam.
Ο μαθητής βιαστικά ανακάτεψε τις κάρτες ενώ μελετούσε για τις εξετάσεις.
02

ανακατεύω, μπερδεύω

to be mixed up in a state of disorder or confusion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
jumble
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumbles
ενεστώτα μετοχή
jumbling
απλός αόριστος
jumbled
παθητική μετοχή
jumbled
Παραδείγματα
In the midst of the chaos, my feelings jumbled, and I could n't sort out my emotions.
Στη μέση του χάους, τα συναισθήματά μου μπερδεύτηκαν, και δεν μπορούσα να ταξινομήσω τα συναισθήματά μου.
01

ανακάτωμα, σύγχυση

a confused multitude of things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jumbles
02

συνονθύλευμα, ανακάτωμα

a theory or argument made up of miscellaneous or incongruous ideas
03

μικρό επίπεδο κέικ σε σχήμα δακτυλίου, μπισκότο σε σχήμα μικρού επίπεδου δακτυλίου

small flat ring-shaped cake or cookie

Λεξικό Δέντρο

jumbled
jumble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store