Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jumble
01
ανακατεύω, μπερδεύω
to mix things in a random or disorganized manner
Transitive: to jumble multiple objects
Παραδείγματα
The strong wind jumbled the papers on the desk, creating a mess.
Ο δυνατός άνεμος ανακάτεψε τα χαρτιά στο γραφείο, δημιουργώντας ένα χάος.
02
ανακατεύω, μπερδεύω
to be mixed up in a state of disorder or confusion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
jumble
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumbles
ενεστώτα μετοχή
jumbling
απλός αόριστος
jumbled
παθητική μετοχή
jumbled
Παραδείγματα
Thoughts and emotions jumbled in his mind as he tried to make sense of the situation.
Σκέψεις και συναισθήματα μπερδεύονταν στο μυαλό του καθώς προσπαθούσε να κατανοήσει την κατάσταση.
Jumble
01
ανακάτωμα, σύγχυση
a confused multitude of things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jumbles
02
συνονθύλευμα, ανακάτωμα
a theory or argument made up of miscellaneous or incongruous ideas
03
μικρό επίπεδο κέικ σε σχήμα δακτυλίου, μπισκότο σε σχήμα μικρού επίπεδου δακτυλίου
small flat ring-shaped cake or cookie



























