joyful
joy
ˈʤɔɪ
joy
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "joyful"στα αγγλικά

01

χαρούμενος, ευτυχισμένος

causing great happiness 
joyful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most joyful
συγκριτικός βαθμός
more joyful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, behavior
Παραδείγματα
The joyful music lifted everyone's spirits at the party. 

Η χαρούμενη μουσική ανέβασε το ηθικό όλων στο πάρτι.

02

χαρούμενος, ευτυχισμένος

filled with great happiness and high spirits 
Παραδείγματα
The children were joyful as they played in the park. 

Τα παιδιά ήταν χαρούμενα καθώς έπαιζαν στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

joyfully
joyfulness
joyful
joy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store