Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joyful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most joyful
συγκριτικός βαθμός
more joyful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, behavior
Παραδείγματα
The joyful music lifted everyone's spirits at the party.
Η χαρούμενη μουσική ανέβασε το ηθικό όλων στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
joyfully
joyfulness
joyful
joy



























