Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sound of laughter and music filled the room with joy during the celebration.
Ο ήχος του γέλιου και της μουσικής γέμισε το δωμάτιο με χαρά κατά τη διάρκεια της γιορτής.
02
χαρά, ευτυχία
something or someone that provides a source of happiness
03
χαρά, ικανοποίηση
the success or satisfaction gained through doing something
to joy
01
χαίρομαι, νιώθω χαρά
feel happiness or joy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
joy
γ΄ ενικό πρόσωπο
joys
ενεστώτα μετοχή
joying
απλός αόριστος
joyed
παθητική μετοχή
joyed
02
ευχαριστώ, χαροποιώ
make glad or happy
Λεξικό Δέντρο
joyful
joyless
joyous
joy



























