joy
joy
ʤɔɪ
joy
roigoycoysoy

Ορισμός και σημασία του "joy"στα αγγλικά

01

χαρά, ευφορία

the feeling of great happiness 
joy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sight of her newborn baby filled her heart with overwhelming joy. 

Η θέα του νεογέννητου μωρού της γέμισε την καρδιά της με συντριπτική χαρά.

02

χαρά, ευτυχία

something or someone that provides a source of happiness 
03

χαρά, ικανοποίηση

the success or satisfaction gained through doing something 
to joy
01

χαίρομαι, νιώθω χαρά

feel happiness or joy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
joy
γ΄ ενικό πρόσωπο
joys
ενεστώτα μετοχή
joying
απλός αόριστος
joyed
παθητική μετοχή
joyed
02

ευχαριστώ, χαροποιώ

make glad or happy 

Λεξικό Δέντρο

joyful
joyless
joyous
joy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store