Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jot
01
λίγο, μια δόση
a slight but appreciable amount
02
σημείωση, σύντομη σημείωση
a brief (and hurriedly handwritten) note
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jots
to jot
01
σημειώνω εν συντομία, καταγράφω βιαστικά
write briefly or hurriedly; write a short note of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jot
γ΄ ενικό πρόσωπο
jots
ενεστώτα μετοχή
jotting
απλός αόριστος
jotted
παθητική μετοχή
jotted
LanGeek



























