jot
Pronunciation
/ˈdʒɑt/
jotted

Ορισμός και σημασία του "jot"στα αγγλικά

01

λίγο, μια δόση

a slight but appreciable amount
jot definition and meaning
02

σημείωση, σύντομη σημείωση

a brief (and hurriedly handwritten) note
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jots
to jot
01

σημειώνω εν συντομία, καταγράφω βιαστικά

write briefly or hurriedly; write a short note of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jot
γ΄ ενικό πρόσωπο
jots
ενεστώτα μετοχή
jotting
απλός αόριστος
jotted
παθητική μετοχή
jotted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store