jot
jot
ʤɒt
τζοτ
totnotcotpot
jotted

Ορισμός και σημασία του "jot"στα αγγλικά

01

λίγο, μια δόση

a slight but appreciable amount 
jot definition and meaning
02

σημείωση, σύντομη σημείωση

a brief (and hurriedly handwritten) note 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jots
to jot
01

σημειώνω εν συντομία, καταγράφω βιαστικά

write briefly or hurriedly; write a short note of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jot
γ΄ ενικό πρόσωπο
jots
ενεστώτα μετοχή
jotting
απλός αόριστος
jotted
παθητική μετοχή
jotted

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store