Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aristocrat
01
αριστοκράτης, ευγενής
someone who is a member of the aristocracy, which is the highest social rank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aristocrats
Παραδείγματα
In the 18th century, an aristocrat's life was filled with lavish parties, elegant balls, and exclusive social events.
Τον 18ο αιώνα, η ζωή ενός αριστοκράτη ήταν γεμάτη με πολυτελή πάρτι, κομψά χοροεσπερίδες και αποκλειστικές κοινωνικές εκδηλώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aristocratic
aristocratical
aristocrat



























