Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jestingly
01
αστειευόμενος, με αστείο τρόπο
in a humorous or playful manner
Παραδείγματα
She jestingly suggested they move to the moon.
Είπε αστειευόμενη ότι πρέπει να μετακομίσουν στο φεγγάρι.
Λεξικό Δέντρο
jestingly
jesting
jest



























