jest
jest
ʤɛst
τζεστ
/d‍ʒˈɛst/

Ορισμός και σημασία του "jest"στα αγγλικά

01

αστείο, πλάκα

a humorous anecdote or remark intended to provoke laughter
jest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jests
02

αστείο, πλάκα

activity characterized by good humor
to jest
01

αστειεύομαι, πλάθω

to say something humorous or playful in a lighthearted manner
Intransitive
to jest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jest
γ΄ ενικό πρόσωπο
jests
ενεστώτα μετοχή
jesting
απλός αόριστος
jested
παθητική μετοχή
jested
Παραδείγματα
It's important to jest in good spirits, ensuring that everyone enjoys the humor.
Είναι σημαντικό να αστειεύεστε με καλό πνεύμα, διασφαλίζοντας ότι όλοι απολαμβάνουν το χιούμορ.
02

αστειεύομαι, πλάκα κάνω

to say or do something playfully or without serious intent
Intransitive
to jest definition and meaning
Παραδείγματα
He jested with his siblings, pretending he had forgotten their plans.
Αστειευόταν με τα αδέρφια του, προσποιούμενος ότι είχε ξεχάσει τα σχέδιά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store