Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jealously
01
ζηλιάρικα
with resentment or envy towards someone else's achievements, possessions, or advantages
Παραδείγματα
Fans jealously compared their teams after the championship win.
Οι φίλαθλοι σύγκριναν ζηλιάρικα τις ομάδες τους μετά τη νίκη στο πρωτάθλημα.
1.1
ζηλιάρικα
in a way that reflects emotional insecurity or anger over sharing someone's affection or attention
Παραδείγματα
He spoke jealously of his ex's new relationship.
Μίλησε ζηλιάρικα για τη νέα σχέση του πρώην του.
Παραδείγματα
They jealously maintained their independence in every decision.
Ζηλιάρα διατήρησαν την ανεξαρτησία τους σε κάθε απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
jealously
jealous



























