Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jaunt
01
κάνω μια βόλτα, επιδρομή
to take a short and leisurely journey or excursion, often for pleasure or recreation
Intransitive: to jaunt somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jaunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
jaunts
ενεστώτα μετοχή
jaunting
απλός αόριστος
jaunted
παθητική μετοχή
jaunted
Παραδείγματα
Eager to enjoy the sunny weather, they decided to jaunt to the nearby beach for a relaxing afternoon.
Έτοιμοι να απολαύσουν τον ηλιόλουστο καιρό, αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα στην κοντινή παραλία για ένα χαλαρό απόγευμα.
Jaunt
01
εκδρομή, περίπατος
a journey taken for pleasure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jaunts



























