Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überreden
01
πείθω, προτρέπω
Jemanden durch Argumente zu einer Handlung bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
reden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überrede
γ΄ ενικό πρόσωπο
überredet
ενεστώτα μετοχή
überredend
απλός αόριστος
überredete
παθητική μετοχή
überredet
Παραδείγματα
Sie redete ihn stundenlang über, doch er blieb stur.
Προσπάθησε να τον πείσει για ώρες, αλλά παρέμεινε πεισματάρης.



























