Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überqueren
01
διασχίζω
Eine Straße oder einen Weg von einer Seite zur anderen gehen
Παραδείγματα
Man darf die Autobahn nicht zu Fuß überqueren.
Δεν επιτρέπεται να διασχίσεις τον αυτοκινητόδρομο πεζός.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διασχίζω