Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überqueren
01
διασχίζω
Eine Straße oder einen Weg von einer Seite zur anderen gehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
queren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überquere
γ΄ ενικό πρόσωπο
überquert
ενεστώτα μετοχή
überquerend
απλός αόριστος
überquerte
παθητική μετοχή
überquert
Παραδείγματα
Man darf die Autobahn nicht zu Fuß überqueren.
Δεν επιτρέπεται να διασχίσεις τον αυτοκινητόδρομο πεζός.



























