Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überregional
01
υπερπεριφερειακός, διαπεριφερειακός
Nicht auf ein bestimmtes Gebiet beschränkt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Problem betrifft nicht nur uns, es ist überregional.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο εμάς, είναι υπερπεριφερειακό.



























