Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überregional
01
υπερπεριφερειακός, διαπεριφερειακός
Nicht auf ein bestimmtes Gebiet beschränkt
Παραδείγματα
Der Stromausfall war ein überregionales Ereignis.
Η διακοπή ρεύματος ήταν ένα υπερπεριφερειακό γεγονός.


























