Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Überrest
[gender: masculine]
01
υπόλειμμα, ερείπιο
Ein kleiner Teil, der von etwas übrig geblieben ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Überrest(e)s
πληθυντικός τύπος
Überreste
Παραδείγματα
Archäologen entdeckten Überreste einer uralten Zivilisation.
Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν υπολείμματα ενός αρχαίου πολιτισμού.
Λεξικό Δέντρο
überrest
über
rest



























