Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Übersetzer
01
μεταφραστής, διερμηνέας
Eine Person, die Texte oder Gespräche von einer Sprache in eine andere überträgt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Übersetzers
πληθυντικός τύπος
Übersetzer
Παραδείγματα
Der Übersetzer arbeitet oft mit Dokumenten aus verschiedenen Sprachen.
Ο μεταφραστής συχνά εργάζεται με έγγραφα από διάφορες γλώσσες.



























