Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Übersetzer
[gender: masculine]
01
μεταφραστής, διερμηνέας
Eine Person, die Texte oder Gespräche von einer Sprache in eine andere überträgt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Übersetzers
πληθυντικός τύπος
Übersetzer
Παραδείγματα
Der Übersetzer hat das Buch ins Deutsche übertragen.
Ο μεταφραστής μετέφρασε το βιβλίο στα γερμανικά.



























