der überrest
überrest
y:bɐʁɛst
ybrest

Ορισμός και σημασία του "überrest"στα γερμανικά

01

υπόλειμμα, ερείπιο

Ein kleiner Teil, der von etwas übrig geblieben ist 
der Überrest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Überreste
γενική πτώση
Überrest(e)s
Παραδείγματα
Das sind die Überreste einer alten Burg. 

Αυτά είναι τα υπολείμματα ενός παλιού κάστρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

überrest

über

+

rest

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store