Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Überrest
01
υπόλειμμα, ερείπιο
Ein kleiner Teil, der von etwas übrig geblieben ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Überrest(e)s
πληθυντικός τύπος
Überreste
Παραδείγματα
Das sind die Überreste einer alten Burg.
Αυτά είναι τα υπολείμματα ενός παλιού κάστρου.
Λεξικό Δέντρο
überrest
über
rest



























